αἴξ

αἴξ, αἰγός
Grammatical information: f.
Meaning: `goat' rarely m. `he-goat' (Il.). Also a waterbird (Janzén [s. below] 17), a meteor (Arist.) and a star (Aratos).
Dialectal forms: Myc. aikipta \/aigi-pa(s)tās\/ ? `goatherd'; aikipode, interpr. uncertain
Compounds: αἰπόλος `goatherd' \< *αἰγ-πολος s. s.v. πέλω (cf. Meier-Brügger Gr. Sprachw. 1, 92). αἰγί-βοτος `browsed by goats' (Od.) Unclear αἰπόλος κάπηλος παρὰ Κυπρίοις H (see Leumann Hom. W. 271ff; to be rejected Latte's corr. ἀί- = ἀεί).
Derivatives: αἰγίς `goatskin', q.v.;
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [13] *h₂eiǵ-
Etymology: The compounds in -ι- are unexplained (unclear Heubeck IF 69 (1963) 13-21); old is in any case the type αἰπόλος. αἴξ is cognate with Arm. ayc `goat' (i-stem); see Clackson 88-90, who reconstructs, with Meillet, *h₂eiǵ-ih₂. Zero grade is mostly supposed in Av. ī̆zaēna- `of leather', but it is not certain that it refers to the skin of a goat. If the connection is correct, the word would be IE; the word is often considered as an Anatolian loanword in both Greek and Armenian. - See A. Janzén Bock und Ziege (GHÅ 43 [1937 : 5]) 9ff.and EIEC s.v. - The gloss αἶγες τὰ κύματα, Δωριεῖς H. may be a metaphor, s. αἰγιαλός. In Greek geogr. names (Αἰγαί, Αἰγαῖος, Αἴγινα etc.) we may have not the word for `goat', Sommer IF 55, 259f. (Pre-Greek), V. Burr Nostrum mare (Würzb. Stud. zur Altertumswiss.) Stuttgart 1932. Connection with *h₂eig- as `to jump' is rejected by Mayrhofer EWAia 1, 264 as éjati had a labio-velar (also it does not mean `jump'). Not to Skt. ajá- `goat'.
See also: Cf. αἴγιλος, αἰγίλωψ, δίζα.
Page in Frisk: 1,41-42

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αἴξ — goat masc/fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄιξ — fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άιξ — (Αστρον.). Ο αστέρας α Ηνίοχου. Είναι ο λαμπρότερος αστέρας του αστρικού αυτού σχηματισμού και ένας από τους λαμπρότερους σε όλο τον ουρανό. Η ονομασία προέρχεται από το γεγονός ότι το αστρικό αυτό συγκρότημα απεικονίζει στον ουρανό έναν άντρα… …   Dictionary of Greek

  • αιξ — (Αστρον.). Ο αστέρας α Ηνίοχου. Είναι ο λαμπρότερος αστέρας του αστρικού αυτού σχηματισμού και ένας από τους λαμπρότερους σε όλο τον ουρανό. Η ονομασία προέρχεται από το γεγονός ότι το αστρικό αυτό συγκρότημα απεικονίζει στον ουρανό έναν άντρα… …   Dictionary of Greek

  • αἰγί — αἴξ goat masc/fem dat sg αἰγίς goatskin fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγῶν — αἴξ goat masc/fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγός — αἴξ goat masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰξί — αἴξ goat masc/fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰξίν — αἴξ goat masc/fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἴγεσιν — αἴξ goat masc/fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἴγεσσι — αἴξ goat masc/fem dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.